φρένιασμα

φρένιασμα
το бешенство, ярость

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "φρένιασμα" в других словарях:

  • φρένιασμα — το, Ν [φρενιάζω] η κατάσταση και το αποτέλεσμα τού φρενιάζω, μανιώδης οργή, έξαψη, έκσταση …   Dictionary of Greek

  • φρένιασμα — το, ατος μανία, αλλοφροσύνη, εξαγρίωση, βούρλισμα, μάνιωμα, λύσσιασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκύλιασμα — το, Ν [σκυλιάζω] το αποτέλεσμα τού σκυλιάζω, έκρηξη μεγάλης οργής, φρένιασμα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»